LOGO2

Εκατομμύρια νέοι και έφηβοι, όπως ο μαθητής Φάμπιαν, ακολούθησαν τυφλά τον Χίτλερ και δέχτηκαν να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, κάτι που από σημερινή σκοπιά μάς φαίνεται σχεδόν ακατανόητο. Στην ακόλουθη απόπειρα μυθοπλασίας προσπαθήσαμε να αναμετρηθούμε με το ανεξήγητο.

✎ Γιάννης Τόλιας, Ίωνας Κάμπλιτζ Παναγιωτόπουλος, Λουδοβίκος Μπίτζιος, Αλέξιος Τσακαλάκος

Πικρό ξύπνημα από έναν φρικτό εφιάλτη

Πετάγομαι από τον ύπνο μου. Αυτή τη φορά δεν ξυπνάω από τις αδιάκοπες ομοβροντίες του ρωσικού πυροβολικού, αλλά από τις καμπάνες. Παράξενο… Ολόκληρο το Βερολίνο έχει ισοπεδωθεί, μα η εκκλησία έχει μείνει σχεδόν ανέπαφη από τους βομβαρδισμούς. Αν κρίνω από το μουσκεμένο μου πουκάμισο, φαίνεται πως πάλι ίδρωσα τη νύχτα, μάλλον επειδή είδα κάποιον εφιάλτη, αν και δεν θυμάμαι, ούτε και θέλω να θυμάμαι τι ακριβώς ονειρεύτηκα. Έτσι κι αλλιώς, με τον καιρό, συνήθισα τους εφιάλτες.

Βερολίνο, Ιούνιος του 1945, μπροστά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου

Είναι Ιούνιος, ο ήλιος λάμπει, και η πόλη αρχίζει να ξαναχτίζεται, αργά αλλά σταθερά. Αποφασίζω να κάνω έναν περίπατο, για να αποσπάσω τη σκέψη μου από το παρελθόν που δεν έχει πάψει να μου τριβελίζει το μυαλό, αλλά και για να ξεχαστώ από τις σκοτούρες μου και την αβεβαιότητα για την επόμενη μέρα. Εδώ και λίγο καιρό, έχω μάθει να βρίσκω τον προσανατολισμό μου στο ερειπωμένο Βερολίνο, αν και η πορεία ανάμεσα στα συντρίμμια εξακολουθεί να είναι σκέτο μαρτύριο. Πολλές από τις συνοικίες της πόλης μοιάζουν αγνώριστες, ενώ οι κεντρικές λεωφόροι, που άλλοτε έσφυζαν από ζωή, είναι πλέον έρημες και χρησιμοποιούνται από τους κατοίκους του Βερολίνου σαν φαρδιά μονοπάτια, για να μην αναφέρω ότι οι δρόμοι έχουν πάψει να θυμίζουν δρόμους. Συνεχίζω να περιπλανιέμαι, χωρίς να ακολουθώ κάποια συγκεκριμένη διαδρομή, αλλά και δίχως συγκεκριμένο προορισμό. Χωρίς να το καταλάβω, βρίσκομαι ξάφνου μπροστά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου. Κοντοστέκομαι και την παρατηρώ – τουλάχιστον ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτήν, καθώς ο πόλεμος δεν της φέρθηκε με ιδιαίτερη επιείκεια. Ωστόσο, για να είμαι δίκαιος, οφείλω να ομολογήσω ότι, εν συγκρίσει με άλλα κτίρια, το μνημείο επέζησε με σχετικά λίγες ζημιές από το μένος του πολέμου. Η θριαμβική πύλη μού θύμιζε πάντοτε –και εξακολουθεί να μου θυμίζει– τον Μέγα Φρειδερίκο, τις στρατιωτικές του επιτυχίες και τη νίκη επί του Ναπολέοντα, προπάντων όταν αντίκριζα το άγαλμα της Βικτωρίας, της ρωμαϊκής θεάς της νίκης, έτσι περήφανη καθώς έστεκε πάνω στο τέθριππο άρμα της, ακτινοβολώντας την αίγλη της πρωσικής υπεροχής. Όμως, ο τελευταίος πόλεμος στάθηκε ανελέητος απέναντι στο άρμα της Νίκης. Τουλάχιστον το μισό έχει καταστραφεί και γέρνει προς τα αριστερά. Μονάχα τα δύο από τα τέσσερα άλογα του άρματος έχουν μείνει στη θέση τους, ενώ η ίδια η Βικτώρια έχει διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Κατά ειρωνικό τρόπο, σκέφτομαι ότι δεν της άξιζε καλύτερη τύχη.

Η συνθηκολόγηση και το τέλος της παράνοιας

Δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τότε που η κυβέρνηση του ναυάρχου Καρλ Νταίνιτς, ο οποίος είχε οριστεί αρχηγός του κράτους στη διαθήκη του Χίτλερ, υπέγραψε την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας στο αρχηγείο του Αμερικανού στρατηγού Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, επικεφαλής των δυτικών Συμμαχικών δυνάμεων. Η συνθηκολόγηση ήρθε να βάλει τέλος στις προσδοκίες της άριας φυλής, η οποία θεωρούσε φυσική νομοτέλεια τη νίκη της στον πόλεμο, επειδή πίστευε ότι ήταν ανώτερη από τα άλλα έθνη, όλα τους αξιοθρήνητα, ανίκανα και κατώτερα. «Έχουμε την ιερή αποστολή να καθαρίσουμε τούτο τον κόσμο απ’ όλες τις αναξιοπρεπείς φυλές, όπως οι Εβραίοι και οι Σλάβοι, και να εγκαθιδρύσουμε ύστερα από έναν σύντομο πόλεμο μια δυναστεία η οποία θα κυριαρχήσει για χίλια χρόνια», ισχυριζόταν ο εκλεκτός εθνοσωτήρας μας. Μας υποσχόταν τον κόσμο ολόκληρο, μας παρουσίαζε ένα ουτοπικό μέλλον απαλλαγμένο από κάθε λογής έγνοιες. Κι εμείς, βουτηγμένοι στην κατάθλιψη, ήμασταν τόσο ευάλωτοι, ώστε πιστέψαμε στο όραμα ενός τέτοιου κόσμου και αναθέσαμε την εξουσία σ’ έναν αγανακτισμένο άντρα με μουστάκι! Ο Φύρερ μας ήταν δυνατός, τολμηρός και γενναίος, τάχα πρόθυμος να κάνει τα πάντα για το γερμανικό έθνος, για την «κυρίαρχη φυλή» του. Ωστόσο, δεν είχαμε υπολογίσει ότι αυτό το όνειρο θα σκόνταφτε σ’ ένα εμπόδιο. Διότι, εκτός από εμάς τους ίδιους, βρεθήκαμε τελικά να εχθρευόμαστε τους πάντες, είτε τους Εβραίους είτε τους Σλάβους ή τους Ρομά. Κι έτσι, νιώσαμε ότι είχαμε χρέος απέναντι στον Φύρερ να τον ακολουθήσουμε στον πόλεμο, προκειμένου να αναδειχθεί σε απόλυτο κυρίαρχο του κόσμου.

Αργοπορημένη συνειδητοποίηση, πικρία και απόγνωση

Από τα παιδικά μου χρόνια, προτού ακόμα γραφτώ στη Χιτλερική Νεολαία, γαλουχήθηκα με το ιδεώδες της φυλετικής υπεροχής. Μονάχα ο καθαρόαιμος άριος ήταν άξιος να κληρονομήσει αυτό τον κόσμο. Όχι ο Εβραίος, ο οποίος έφταιγε για τη διαφθορά και τη δυστυχία της πατρίδας. Όταν στα δεκατρία μου χρόνια έγινα μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας, το εθνικό μου φρόνημα ενισχύθηκε σε ακραίο βαθμό. «Το εθνικοσοσιαλιστικό κράτος αυτοπροσδιοριζόταν ως ενσάρκωση της “νεαρής” Γερμανίας» και «έβλεπε τη νεολαία ως τον σημαντικότερο φορέα για τη διαμόρφωση ενός στρατιωτικοπολιτικού μέλλοντος».1 Να γιατί ήταν απαραίτητη η απόλυτη ταύτιση των εφήβων με το πρότυπο του ιδανικού εθνικοσοσιαλιστή. Η Χιτλερική Νεολαία σφυρηλατούσε την πίστη των μαθητών στην εθνικοσοσιαλιστική κυβέρνηση και στον Φύρερ, σπέρνοντας μέσα τους τον ακραίο φανατισμό, προπάντων όμως τον αντισημιτισμό και το εθνικιστικό φρόνημα της φυλετικής υπεροχής. Ιδίως οι διδαχές της φυλετικής θεωρίας καλλιέργησαν στους εφήβους, όπως και σε μένα τον ίδιο, τον ενθουσιασμό για τον πόλεμο, δεδομένου ότι η νίκη σε περίπτωση πολέμου θα σήμαινε, πρώτον, ότι η άρια φυλή θα έπαιρνε τη θέση που δικαιωματικά τής ανήκε στον κόσμο και, δεύτερον, ότι θα έβαζε οριστικά τέλος στην παγκόσμια κυριαρχία του κακού. Όταν ξέσπασε πράγματι ο πόλεμος, οι καρδιές όλων των νέων πλημμύρισαν από ευφορία, διότι επιτέλους παρουσιαζόταν η ευκαιρία να υλοποιήσουμε τις επιδιώξεις μας. Όμως, η χαρά μας δεν κράτησε για πολύ.
Με την προέλαση των Συμμάχων στο έδαφος της Γερμανίας, άρχισαν σιγά σιγά να διαφαίνονται οι πραγματικές διαστάσεις της φρίκης του πολέμου. Σε όλα τα χρόνια της θητείας μου στη Χιτλερική Νεολαία, τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από το δόγμα του πολέμου. Ο πόλεμος παρουσιαζόταν ως αναγκαία συνθήκη, ως κάτι συνυφασμένο με την ανθρώπινη φύση – μια καταιγίδα απαραίτητη για να ξεκαθαρίσει το φυλετικό τοπίο. Όσο για μένα, χρειάστηκε να ζήσω στο πετσί μου τη φρίκη του πολέμου, για να καταλάβω πόσο εσφαλμένες και ξεδιάντροπες ήταν οι διδαχές του εθνικοσοσιαλισμού. Για πρώτη φορά στη ζωή μου, άρχισα να αμφισβητώ τη ναζιστική ιδεολογία και συνειδητοποίησα ότι τα φιλοπόλεμα αισθήματα της νεολαίας είχαν να κάνουν σε μεγάλο βαθμό με τη νεανική μας άγνοια για τη φύση του πολέμου. Παρ’ όλα αυτά, εκατομμύρια αφιονισμένα μέλη της Χιτλερικής Νεολαίας εξυμνούσαν τον πόλεμο, μιλώντας για ευγενές καθήκον και ηρωική αποστολή.

1 Rolf Schörken, «Jugend», στο: Wolfgang Benz, Hermann Graml και Hermann Weiß (επιμ.), Enzyklopädie des Nationalsozialismus, Εκδόσεις Klett-Cotta, Στουτγκάρδη 1998, σσ. 203 κ.έ. Παρατίθεται από το λήμμα της γερμανικής Wikipedia για τη Χιτλερική Νεολαία, https://de.wikipedia.org/wiki/Hitlerjugend#cite_note-16, ημερομηνία πρόσβασης: 7 Ιουλίου 2020

Ο Φάμπιαν, ο παιδικός φίλος μου, αγνοούμενος πολέμου

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την τυφλή πίστη της νεολαίας στον Φύρερ είναι ο Φάμπιαν, ο παιδικός μου φίλος από το Στεττίν. Μολονότι εγκαταστάθηκε αργότερα στην Αθήνα και έζησε την Κατοχή και τις ναζιστικές θηριωδίες εις βάρος του ελληνικού λαού, παρέμεινε πιστός και φανατικός υποστηρικτής του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος. Μάλιστα μου έγραψε ότι παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό Πολεμικής Ανδραγαθίας Β′ Τάξεως, αν και δεν ανέφερε πώς κατάφερε να αποσπάσει μια τέτοια διάκριση. Παρ’ όλα αυτά, έχω μια υποψία… Όπως και να το κάνουμε, ο Φάμπιαν δεν έχασε ποτέ την πίστη του στη Χιτλερική Νεολαία, ούτε και τον ενθουσιασμό του για τον πόλεμο, ακόμα κι όταν ήταν στην Αθήνα. Εν πάση περιπτώσει… Ένας θεός ξέρει πού βρίσκεται σήμερα, αν είναι ζωντανός ή νεκρός. Πάντως, στα εφηβικά μας χρόνια, τόσο εγώ όσο και ο παλιός μου φίλος πέσαμε θύματα της πλύσης εγκεφάλου του χιτλερικού καθεστώτος. Είμαστε η ζωντανή απόδειξη για την αποτελεσματικότητα του ναζιστικού μηχανισμού να χειραγωγεί με την προπαγάνδα του τις πλατιές μάζες της νεολαίας. Τουλάχιστον εγώ δεν θα πάψω ποτέ να κουβαλώ μέσα μου το βαρύ φορτίο της ντροπής. Να ’μαι, λοιπόν, τώρα εδώ, μπροστά στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, καταρρακωμένος και ολομόναχος. Κι όμως, παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι, στο μέλλον, το μνημείο δεν θα θυμίζει τα χρόνια του ναζισμού.

Γερμανική Σχολή Αθηνών

Δημοκρίτου 6 & Γερμανικής Σχολής Αθηνών

151 23 Μαρούσι

Τηλεφωνικό κέντρο: (+30) 210 6199260-5,

νέο τηλεφωνικό κέντρο (+30) 211 7774500

Φαξ: (+30) 210 619 9267

E-Mail: sekretariat@dsathen.gr